Η χρυσή εποχή της ακτοπλοΐας
Η χρυσή εποχή της ακτοπλοΐας του Σαρωνικού δεν ξεκινούσε σε γραφεία και ανακοινώσεις, αλλά πολύ νωρίς το πρωί, σχεδόν με το πρώτο φως. Την ώρα που χάραζε ο ήλιος πίσω από το λιμάνι του Πειραιά, τα καραβάκια έλυναν κάβους ένα ένα, μέσα σε μια ήσυχη, γνώριμη διαδικασία που επαναλαμβανόταν καθημερινά. Οι μηχανές ζεσταίνονταν βαριά, αφήνοντας στον αέρα εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του καυσίμου που για πολλούς έγινε συνώνυμη του ταξιδιού, και το λιμάνι άρχιζε να ζωντανεύει. Το «Δελφίνι Express», το «Μανάρας Express», το «Ευτυχία» και ο «Πορτοκαλής Ήλιος» δεν ήταν απλώς πλοία που εκτελούσαν δρομολόγια· ήταν κομμάτι της καθημερινότητας όσων κινούνταν στον Σαρωνικό από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως και τα μέσα του ’90. Οι πρώτοι επιβάτες ανέβαιναν νωχελικά, με τον καφέ στο χέρι, άνθρωποι της δουλειάς, μαθητές, μόνιμοι νησιώτες, όλοι με την ίδια οικειότητα απέναντι στο πλοίο. Ο περισσότερος κόσμος συνήθως δεν έμενε μέσα· προτιμούσε τον εξωτερικό χώρο, το κατάστρωμα, εκεί όπου μπορούσες να σταθείς όρθιος ή να καθίσεις πρόχειρα, να πιεις τον καφέ σου και να νιώσεις την αλμύρα να κολλάει στο πρόσωπο. Το ταξίδι ξεκινούσε χωρίς βιασύνη, με τον γνώριμο ήχο της μηχανής και τη θάλασσα να σπάει ήρεμα στην πλώρη.
Αυτά τα μικρά επιβατηγά πλοία δεν ξεχώριζαν για την ταχύτητά τους, αλλά για την αίσθηση σιγουριάς που πρόσφεραν. Το πλήρωμα ήξερε τον κόσμο με το μικρό του όνομα, οι καπετάνιοι γνώριζαν κάθε ρεύμα και κάθε λιμάνι, και ο επιβάτης ένιωθε ότι συμμετείχε σε μια καθημερινή ναυτική πράξη, όχι σε μια απλή μετακίνηση. Η μυρωδιά του καυσίμου, ανακατεμένη με τον θαλασσινό αέρα, το τρίξιμο του σκαριού και ο ρυθμικός παλμός της μηχανής δημιουργούσαν μια εμπειρία που δύσκολα περιγράφεται σε ώρες και λεπτά. Με τα χρόνια, η εποχή αυτή άρχισε να χάνεται, καθώς η ταχύτητα και η άνεση έγιναν οι νέες προτεραιότητες και τα καραβάκια αυτά θεωρήθηκαν ξεπερασμένα. Πολλά αποσύρθηκαν αθόρυβα, χωρίς να μείνει πίσω τους κάτι χειροπιαστό πέρα από μνήμες. Όμως όσοι έζησαν εκείνα τα πρωινά στον Σαρωνικό, με τον καφέ στο κατάστρωμα, την αλμύρα στο πρόσωπο και τη χαρακτηριστική μυρωδιά της μηχανής να σε συνοδεύει σε όλο το ταξίδι, ξέρουν πως εκείνη η ακτοπλοΐα είχε χαρακτήρα και ψυχή. Δεν ήταν απλώς πλοία· ήταν ένας τρόπος ζωής που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και παραμένει βαθιά χαραγμένος στη μνήμη όσων τον έζησαν.
Τα δρομολόγια που έκαναν αυτά τα πλοιάρια ήταν συχνά μια μικρή περιπέτεια, όχι μόνο για τη διάρκεια αλλά και για τη διαδρομή. Ξεκινώντας από τον Πειραιά, έφταναν στην Αίγινα, περνώντας μετά από τα Μέθανα και τον Πόρο, ενώ κάποια συνέχιζαν για την Ύδρα και τις Σπέτσες. Κάποια από αυτά είχαν και μια επιπλέον στάση στο Αγκίστρι, απέναντι από την Αίγινα, και ήταν η επιλογή πολλών για μια γρήγορη σύνδεση με τα μικρότερα νησιά. Παράλληλα, υπήρχαν και δρομολόγια που εκτελούνταν με παρόμοια μικρού μεγέθους πλοιάρια, συνδέοντας τον Πειραιά με τη Σαλαμίνα, με το ίδιο γνώριμο σκηνικό: πρωινό ξύπνημα, λύσιμο κάβων, μυρωδιά καυσίμου και η αλμύρα να σε περιβάλλει. Κάθε διαδρομή είχε τη δική της ρουτίνα, αλλά και τη δική της μαγεία, γιατί σε κάθε λιμάνι υπήρχε πάντα ένας κόσμος που περίμενε, ένας κόσμος που γνώριζε αυτά τα καραβάκια σαν το σπίτι του και που, ακόμα και σήμερα, τα θυμάται με νοσταλγία.
Παράλληλα με τα μικρά επιβατηγά, στο ίδιο πρωινό σκηνικό ξεκινούσαν και οι παντόφλες, τα φεριμπότ που δεν είχαν την ίδια ρομαντική χροιά αλλά ήταν εξίσου αναγκαία. Συνήθως ξεκινούσαν την ίδια ώρα, με την ίδια ένταση στο λιμάνι, και πήγαιναν κυρίως προς την Αίγινα, τα Μέθανα και τον Πόρο, φορτωμένα με αυτοκίνητα, μηχανές, εμπορεύματα και ανθρώπους που ήθελαν να φτάσουν πιο γρήγορα και πιο άνετα. Η παρουσία τους έδινε μια αίσθηση οργανωμένης καθημερινότητας: λιγότερη συζήτηση, περισσότερο πρακτικό ενδιαφέρον, αλλά πάντα με τον ίδιο αέρα του Σαρωνικού. Όταν αυτά τα φεριμπότ έφευγαν, το λιμάνι αποκτούσε μια διαφορετική δυναμική, σαν να μπαίνει σε μια άλλη μέρα, πιο βιαστική αλλά εξίσου ζωντανή. Και για όσους θυμούνται, η εικόνα των παντόφλων να φεύγουν μαζί με τα μικρά καραβάκια είναι κομμάτι της ίδιας εποχής, εκείνης της καθημερινής θάλασσας που δεν σταματούσε ποτέ.
